Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012


 He was sitting near the corner when I first saw him. I walked into the room, full of little round tables and chairs, filling up the space under the stage. The room was big, mostly empty; my stare fell on him. His hands were dirty with paint, his face too; his eyes had a distant look, concentrating their gaze into the infinity. He was trying to finish his play. A few tables away, my friend looked at me, and nodded for me to sit at her table. Fascinated as I was, he was all she talked about.
 He took me for a walk. I admired his appearance as we were walking. He was dressed in a white sleeveless t-shirt and a large shirt above with light blue-green and yellow-white squares; a pair of baggy trousers down to his knee; a pair of worn out All Stars. His hair, golden as ever, tied into a tiny bun. We kept on walking hand in hand towards somewhere, I supposed. I asked him if he knew were; his answer negative. We started walking back to the little theatre. His stare was sweet, almost felt warm as he gazed upon me; then again, maybe it was the heart-warming smile that accompanied it. Lost in his own world he was, or at least that is what he seemed like to me, but in any way, that was a feeling and a state of mind that he transferred to me, which I more than gladly took in.
 We walked into the room, our hands parting slowly before our entrance; it was something equal to a secret, not brought about from shame, but rather the mysterious joy of having something solely to ourselves. She looked at me when I reached her, maybe just a shade of jealousy in her eyes, seeing me walking in with him in such a manner (for the position of body easily changes and swifts, but when something is carved in the eyes, then it is impossible to be ignored). Her face, equally dirty with paint, came close near mine and she whispered: "I think he likes me". I smiled at her politely and did not let a sound out of my mouth, not the slightest that would imply how unfathomably wrong she was. there was not much point in that, anyway; it was merely just her feeling of such a superiority being slowly shattered that obliged her to make that remark.
 And so, I said nothing. My mouth remained closed and I silent, but my mind never could be; for it was filled with sweet and warm memories from our walk, and heart-warming feelings as I saw his smile across the room, directed at me.

random thoughts, pt. I.

Empiricism - a criticism on Descartes.

Our senses might sometime deceive us (when something seems like it is one thing, while in reality it is something else), but it is the senses who will confirm that we were wrong, after we realise it (e.g. we realise that the pencil that is is the water is not broken after all, and we confirm it by looking at it or touching it). Also, let us not forget that science itself is based on observations that are made with the aid of our senses (from hearing to touching).


ο άνθρωπός μου

ε ψιτ, εσύ! ακούει ρε;
σ' αγαπάω.

χωρίς συμβιβασμούς (έτσι νομίζω, τουλάχιστον)
χωρίς απαιτήσεις (έτσι ελπίζω, τουλάχιστον)
χωρίς ψέμματα. πάνω απ' όλα.

είναι περίεργο, αλήθεια,
το πώς οι φίλες μου οι λέξεις,
που σχεδόν πάντα με βοηθάνε,
αυτή τη φορά δεν μπορούν.

είναι, σα να γράφω για να γράψω (πραγματικά, πολλές φορές έτσι αρχίζω),
αλλά δεν μπορώ να εκφράσω σημαντικές έννοιες.
ίσως αν το γράψω με κεφαλαία να μπορέσω να το αποδώσω καλύτερα.
σ' αγαπάω ΓΑΜΩΤΟ.

κι εσύ μ' αγαπάς όμως, έτσι δεν είναι;

είναι τόσο αστείο, αλήθεια!
είπες τη φοβερή κουβέντα στην πρώτη βδομάδα σχέσης.
αντίδρασεις/αμφιβολίες: έλα ρε μαλάκα, τόσο νωρίς; χμμ...

ΝΑΙ! τόσο νωρίς! και είναι υπέροχο.
γιατί η βδομάδα έγινε μήνας, και αυτός ο μήνας φώναξε και τέσσερις φίλους του να γιορτάσουμε όλοι μαζί μια αγάπη, έναν έρωτα, που ζει/καίει ακόμα.
cheesy, I know...

Σ' αγαπώ, δεν μπορώ τίποτ' άλλο να πω
πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο

σιχαίνομαι αυτό το ποίημα, στ' αλήθεια. αλλά ταιριάζει.
ειρωνεία; ναι, νομίζω πως είναι.

και μετά από αμέτρητες σειρές, ακόμα δεν έχω καταφέρει να πω αυτό που θέλω.
ίσως γιατί δεν υπάρχει ακόμα κάποιο όψιον στο μπλογκ που να μπορεί να αποτυπώσει την ένταση ενός βλέμματος, ένα δάκρυ χαράς ή συγκίνησης, ένα μικροσκοπικό χαμόγελο κρεμασμένο στην αριστερή άκρη του στόματος.
ένα βλέμμα κατά τη διάρκεια του έρωτα, τόσο έντονο που μπορεί σχεδόν να ειπωθεί, που μπορεί σχεδόν να μεταφέρει ένα τσουβάλι, ένα μπαούλο, έναν κόσμο γεμάτο μέχρι πάνω, ξέχειλο από συναισθήματα.

φίλες μου λέξεις, δεν μπορείτε να με βοηθήσετε αυτή τη φορά.
ο Λόγος, ο κυρίαρχος αυτός άρχοντας (παρ' ότι σιχαίνομαι τη λέξη κυρίαρχος), δεν έχει τέτοια δύναμη.
γι' αυτό, αν κάποιος διαβάζει αυτές τις αδύναμες λέξεις, μόλις φτάσεις στο τέλος σταμάτα.
βγες έξω, και κοίτα. ΔΕΣ.
ένα βλέμμα καταστρέφει, ανασταίνει.
ψάξε τον άνθρωπό σου, υπάρχει (και δεν το πηγαίνω στο "έτερον ήμισυ", "soulmate", ή δεν ξέρω τι).
ίσως υπάρχουν πολλοί.
εσύ (για αρχή) βρες έναν.
κοίταξε τον.

και ευχήσου να σου ανταποδώσει το βλέμμα.

 (March 2011)



ποτέ δε θα καταλάβω τί θέλουν
από μένα, γενικά...

στην πραγματικότητα, είμαστε περίπλοκοι;
ή γινόμαστε στην πορεία;
κι αν γινόμαστε, είναι επειδή δεν έχουμε άλλη επιλογή;
κι αν γίνουμε, μπορούμε να αλλάξουμε;

κι αν είμαστε, είμαστε για μας; για άλλους; για ένα "εσύ";
κι αν είμαστε για μας, μπορούμε να γίνουμε για άλλους;

γράφω περίπλοκα, το ξέρω,
προσπαθώντας έτσι να ανακαλύψω την ψυχή,
ή, καλύτερα, να ερμηνεύσω.
να εξηγήσω τα ανεξήγητα.
είναι πράγματι ανεξήγητα;
ή απλώς κανένας δεν έχει ενδιαφερθεί να τα εξηγήσει,
χαμένος μέσα σ' αυτό το complexity που, ίσως και να θεωρεί πως πρέπει, να τον περιβάλλει;

something to think about.
I know I will.

(February 2011)


όχι ρε φίλε, δεν περιμένω ο γκόμενός μου να είναι παρθένος πριν πάει με μένα.
δεν περιμένω να μην έχει αγαπήσει ή ερωτευτεί άλλη κοπέλα.
δε θέλω να έχει αλήτικο παρελθόν και να μπει στον ίσιο δρόμο (να τον αλλάξω) μόλις με γνωρίσει.
δε με απασχολεί το γεγονός ότι άλλες έχουν ξαπλώσει στο κρεβάτι του.
ούτε σπάζομαι επειδή έχει φερθεί με τον ίδιο τρόπο σε άλλες.
(μ' άλλα λόγια: δε θα σκεφτώ το ότι έχει αγαπήσει και "άλλες". απλά θα νιώθω τυχερή ευτυχισμένη που αγάπησε κι εμένα.)

δε με τσατίζει που έχει τους φίλους του να βγαίνει.
ούτε απαιτώ να ζει και να αναπνέει για την πάρτη μου.
δε θέλω να μου κάνει δώρα κάθε μέρα, ούτε να με κερνάει κάθε φορά που "με βγάζει".
δε θέλω να μου κάνει όλα τα χατήρια.
ούτε να γίνεται μαλάκας για να μη μαλώνουμε.
δεν προβληματίζομαι όταν υπάρχει γυναίκα στην παρέα του.
δε θα τον βρίσω επειδή τόλμησε να απαντήσει στο τηλέφωνο όσο ήταν "μαζί ΜΟΥ".
δε θα είμαι χαρούμενη αν ακυρώσει ταξίδι στους γονείς του για να μείνει μαζί μου.
(άμα ήθελα κάποιον που να ζει και να εξαρτάται από μένα, θα έπαιρνα σκύλο -και μη σου πω ότι κι αυτός θα μπορούσε να βρει άλλο αφεντικό.)
και σίγουρα δε θα του κρατήσω μούτρα επειδή ΑΠΑΙΤΩ να γνωρίζει τι πρόβλημα έχω, όταν το έχω, καθώς και τι να κάνει για να με βοηθήσει, χωρίς να του πω τίποτα -φυσικά!

εντάξει, γνωρίζω ότι οι γυναίκες ζητάνε όσο να 'ναι μια κάποια αποκλειστικότητα (όσο αισχρά στερεοτυπικό κλισέ κι αν αποτελεί αυτή η δήλωση).
αλλά δε θα γίνω και σκύλα.
και όσο για τις λεγόμενες "bitches" (τις γυναίκες που δεν τις κάνει κανένας άνδρας ότι θέλει, αλλά οι ίδιες παίζουν με τους άνδρες, καθότι μοιραίες) newsflash: guys don't really dig that.
απ' το να γίνω έτσι; καλύτερα μόνη μου.

σόρρυ, ξέρω γω.

(January 2011)


Γεννήθηκα (πιο σωστά, βρέθηκα να είμαι) μέσα σε μία μάζα. Μια μαλακή μάζα ύλης.
Πολλές φορές ένιωθα να με πιέζουν μέσα σ' αυτήν. Να με τραβάνε, να με ζουλάνε, να με πατικώνουν.

Είχα παραμείνει μέσα σ' αυτή τη μάζα ανέκαθεν, πριν αρχίσει ο χρόνος. Μέχρι που βγήκα έξω. (Με έβγαλαν;)

Βγήκα να δω "τον κόσμο", "απ' έξω". Να δω άλλα πράγματα, καινούργια.
Δεν είδα τίποτα.
Τίποτα νέο, τουλάχιστον. Τίποτα διαφορετικό.

Αυτό που είδα, ήταν άλλοι. Άλλοι πολλοί, σαν κι εμένα. Ίδιο σουλούπι, χρώμα, ίδια όψη και υφή. Και ίδια ύλη, καθώς φαίνεται. Πολλοί, μυριάδες.
Μα δεν ήταν ίδιο μόνο αυτό που έβλεπα.
Ήταν κι αυτό που ένιωθα.

Ένιωθα να με τραβάνε, δεξά κι αριστερά.
Να με τεντώνουν να φτάσω ψηλά, πολύ ψηλά, κι μετά να με κουβαριάζουν, ώσπου να γίνω μια μικρή μπαλίτσα. Έπειτα να με πατικώνουν, μέχρι να γίνω ένα με το πάτωμα (ή, τελοσπάντων, ό,τι ήταν αυτό το στερεό πράγμα από κάτω μου).
Να με πιέζουν.
(Φοβερό το πώς σε ανυψώνουν και σε εκμηδενίζουν στο ίδιο λεπτό.)

Πέρασα έτσι κάποιες μέρες, ώρες, λεπτά (δεν ξέρω, δεν ένιωθα χρόνο - δεν έχω μάθει χρόνο).
Όσο "περνούσε ο καιρός", άρχισα να παρατηρώ αλλαγές γύρω μου, αλλαγές πάνω στους άλλους.
Σιγά-σιγά, χωρίς εγώ να το καταλάβω, είχαν κλείσει σε έναν κύκλο γύρω μου. Ένας ασφυκτικός κλοιός που έκλεινε, έκλεινε γύρω απο μένα, χωρίς να μου αφήνει διέξοδο. Το φως έσβηνε, ο αέρας λιγόστευε, βάραινε, σώματα, σώματα πολλά, βαριά, σκληρά, σκούρα κι αδιαπέραστα να με πλησιάζουν, όλο και πιο πολύ, όλο και πιο πολύ, να μου πιέζουν το κεφάλι και να μου κλείνουν το στόμα, να με περικυκλώνουν ολοένα, ώσπου να γίνω ένα μ' αυτούς.

Έτσι κι έγινε.

Κλείστηκα πάλι μέσα στη μάζα απ' όπου βγήκα.

Και δεν ξαναβγήκα ποτέ.

(October 2010)

σχετικά με το "σ' αγαπώ".

Αποφθέγματα του τύπου:
-το "σ' αγαπώ" είναι μεγάλη κουβέντα
-μη λες "σ' αγαπώ" αν δεν το εννοείς πραγματικά
-σκέψου καλά πριν πεις "σ' αγαπώ"


Είναι πραγματικά κάτι το σπουδαίο, δε διαφωνώ. (Στην πραγματικότητα, δε νομίζω να υπάρχει κάποιος που διαφωνεί.)
Αλλά, basta.

Γιατί τόσο σκέψη γύρω από αυτό;
Πρέπει να το σκεφτώ χίλιες φορές προτού το πω;
Πρέπει να διστάσω, σκεπτόμενη εάν το νιώθω πραγματικά;
Και πώς θα το καταλάβω αυτό; Πέρα από το ότι μου το λέει ο εαυτός μου;
Αν το νιώθω, είναι αλήθεια.
Δε θα κάτσω να πω "για να δούμε, νομίζω πως τον/την αγαπώ. Αλλά μήπως δεν είναι έτσι; Μήπως η αγάπη είναι κάτι άλλο;" Bull.

Αν το νιώθεις, είναι αλήθεια. Τέρμα.
Τα συναισθήματα δε λένε ψέμματα. Η υπερβολική σκέψη είναι που θα τα κάνει να χάσουν την αλήθεια ή, ακόμη, την αξία τους.

Φοβάσαι μήπως το μετανιώσεις; Μήπως τα συναισθήματά σου γι' αυτόν τον άνθρωπο αλλάξουν;
Πολύ πιθανό. Ε, και; (Οκ, καταλαβαίνω ότι ακούγεται υπερβολικά απλουστευτικό. Δεν το εννοώ έτσι.)
Δε λες "σ' αγαπώ" σε κάποιον για να τον ακούσεις να λέει το ίδιο.
Το λες γιατί το νιώθεις, το αισθάνεσαι. Γιατί θες να εκφράσεις αυτό που νιώθεις με λέξεις.

Η σκέψη είναι καλή. Αλλά η αχρείαστα πολλή σκέψη μπορεί να σκοτώσει πολλά.

Νιώσε. Ζήσε. Εκφράσου.
Μη φοβάσαι.
Be free.
Ελευθερία είναι να λες αυτό που σκέφτεσαι, όταν το σκέφτεσαι.
Όχι για να αντιδράσεις, ούτε για να προκαλέσεις (όχι μόνο).
Ελευθερία είναι να λες αυτό που σκέφτεσαι, γνωρίζοντας το πιθανό κόστος.
Ποιος είπε ότι η ελευθερία είναι κάτι το εύκολο; Είναι δύσκολο... πολύ.

Αλλά, αξίζει.

(October 2010)


Winter's coming.
Not the first time, not gonna be the last. But better than others.

Better, cos I missed it.
Better, cos summer lasted for too long.

Better, cos of hot chocolate, rain, cold, Heavy, beer, indoors, fire, wine, music, depression.
Better, cos you're here with me.

I can hear the rain pouring down.
Oh, running down the window, like a vein on my arm.

Better, cos many things changed.
Better, cos I've grown. In every way.

Love it. Love the winter, love you, my friends, love the sound I can hear outside my open door.

Love it, cos everything's better, and everything's gonna be better.

Love you.

(September 2010)



Μπορεί να υπάρξει ομορφότερη λέξη;
Ούτε αγάπη, ούτε υγεία. Ελπίδα.

Αν ελπίζεις, είσαι δυνατός.
Όχι να εύχεσαι. Να ΕΛΠΙΖΕΙΣ.
Και όχι να ελπίζεις ενώ βρίσκεσαι στην ευκολότερη κατάσταση. Όχι.
Για μένα, η ελπίδα αποκτά νόημα όταν βγαίνει με δυσκολία.
Δύναμη, θάρρος, κουράγιο.
Να ελπίζεις αφού έχεις φάει στη μάπα όλα τα σκατά της ζωής.
Για μένα, αυτό είναι δύναμη.

Και η ελπίδα (ή, μάλλον, τα θετικά της αποτελέσματα), έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις.
Έρχεται μεταμφιεσμένη, σε μορφές που δε φαντάζεσαι.
It's part of the game, really.
Κι αν δεν το καταλάβεις με την πρώτη, πάντα θα το δεις στο τέλος. Δε θα το χάσεις.

Δεν είναι αστείο;

Άρα, μην τα παρατάς.
Έλπιζε. Έλπιζε ουσιαστικά.
Μην μπερδέψεις την ελπίδα με την πίστη σε κάποιο "θεό".
There's no such thing.
Η ελπίδα έρχεται από σένα. Από τη θέληση (ανάγκη;) σου να ελπίσεις (και όχι, κατ' ανάγκη, να πιστέψεις) σε κάτι καλύτερο. Πως κάτι καλύτερο θα έρθει. Κι εσύ θα προσπαθήσεις γι' αυτό. Για να έρθει πιο γρήγορα, ή πιο εύκολα.
Η πίστη δημιουργείται μέσα από την ανάγκη να πιστέψεις σε κάτι που θα σου δώσει ελπίδα.
Όχι. Δε χρειάζεται να πιστέψεις.
Είτε το κάνεις είτε όχι, τα πράγματα θα εξελιχθούν με έναν τρόπο.
Η πίστη σε κάτι ανώτερο, "θεΐκό", δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα.

Απλά, έλπιζε.
Ο ελπίζων δεν είναι απελπισμένος. Δεν είναι απηυδισμένος.
Είναι απλά ρεαλιστής.
Γιατί, στην πραγματικότητα, πάντα υπάρχει κάτι καλύτερο. Και αυτό το καλύτερο μπορεί πάντα να συμβεί.
Σε σένα, γιατί όχι;

Εγώ και Εσύ.

Σχέσεις ανθρώπων.
Τόσο περίπλοκες.
Αισχρά, γοητευτικά περίπλοκες.

Οι ερωτικές είναι πάντα ως ένα σημείο πιο δύσκολες από τις φιλικές. Για μένα, τουλάχιστον.
Hard to begin, hard to end.
Πιο δύσκολες, κυρίως γιατί θεωρούμε ότι σε μια ερωτική σχέση πρέπει να προσπαθήσουμε περισσότερο απ' ότι σε μια φιλική, έχοντας πολλές φορές τη δεύτερη ως "καβάτζα". Εκεί θα προσφύγουμε όταν τα πράγματα δυσκολέψουν.
Γιατί όμως;
Δεν υποτίθεται ότι σε μία ερωτική σχέση υπάρχει κατανόηση, σεβασμός, αλληλοεκτίμηση, ανεκτικότητα -με λίγα λόγια, ό,τι και σε μία φιλική;

Hard to begin.
Πάντα υπάρχει το ρίσκο. Πώς θα νιώσω, πώς θα νιώσει (γιατί σίγουρα σκέφτεσαι και τον άλλον), θα μας ωφελήσει/ωριμάσει... Part of the fun, βέβαια. Πόσο μάλλον σε μία πρώτη σχέση.
Αμφιβολία. Κάποια ανησυχία. Θα μου αρέσει;
Κι αν δε μου αρέσει, θα σταματήσω; Πώς; Τι να σκεφτώ; Τι να κάνω τελικά;

Harder to end.
Πάντα. ΠΑΝΤΑ.

Και πάνω σ' αυτό, ας απομυθοποιήσουμε λίγο τα πράγματα.
1. ΔΕΝ υπάρχουν "φταίχτες".
Όταν βλέπεις πως μια κατάσταση σε πιέζει, για οποιονδήποτε λόγο, πρέπει να φύγεις (να ΦΥΓΕΙΣ, όχι να ΞΕΦΥΓΕΙΣ) απ' αυτή. Δεν είναι παραίτηση.
2. ΔΕΝ υπάρχουν "θύματα".
Μπορεί ο ένας να θέλει να μείνει, ο άλλος να φύγει. Εφόσον υπάρχουν λόγοι, και έχει προηγηθεί σοβαρή σκέψη (η οποία προϋποθέτει ότι νοιάζεσαι για τη σχέση σου και γι' αυτόν που "αφήνεις", οπότε σκέφτεσαι τα πάντα πολλές φορές, και δεν τρέχεις σε βιαστικές αποφάσεις), ο πρώτος δεν είναι το θύμα. Get over it.
3. Αυτός που "φεύγει" ΔΕ νιώθει καλύτερα (μιλώντας πάντα σχετικά, και χωρίς να αναφέρομαι σε σπάνιες/ακραίες καταστάσεις).
Σίγουρα, θα πονέσει και ο πρώτος. Αυτός που νιώθει καλά στη σχέση του και δε θέλει να τελειώσει. Πολύ, μάλιστα. Είναι πάντα αυτός που πρώτος θα χαρακτηριστεί ως ο "αδικημένος, χαμένος, καημένος". Γιατί όμως; Όποιος νομίζει ότι είναι εύκολο να αρνείσαι, να φεύγεις, ας το ξανασκεφτεί. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο (χυδαίο) "παρατάω", και στο "βάζω τελεία εκεί που νιώθω πως πρέπει". (Όχι, δε λέω το ίδιο με άλλα λόγια.)

Για να εξηγούμαστε.
Δεν προσπαθώ ούτε να δικαιολογηθώ, ούτε να ανέβω στα μάτια του οποιουδήποτε, ούτε να ωραιοποιήσω καταστάσεις, ούτε να απαλύνω συναισθήματα.
Δε δικαιολογώ τις πράξεις μου, ούτε απολογούμαι για αυτές.
Σκέφτομαι πριν κάνω το οτιδήποτε. Πόσο μάλλον όταν έχει να κάνει με άλλους ανθρώπους. Τους ανθρώπους ΜΟΥ.
Αν κάποιος πιστεύει ότι δε σκέφτομαι αρκετά, ειλικρινά λυπάμαι. Προσπάθησε να κατανοήσεις ότι ο κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικούς ρυθμούς, στα πάντα.

Τέλος, δε θέλω δασκάλους. Δε θέλω συμβουλές.
Ανώριμο; Υπεροπτικό; Πολύ πιθανόν.
Άφησέ με να κάνω τα λάθη μου. Είμαι μικρή ακόμα, μαθαίνω.
Hell, πάντα θα μαθαίνω.
Και θέλω να μάθω κάνοντας λάθη, όχι αποφεύγοντάς τα ακολουθώντας συμβουλές.
Λιγότερο επώδυνο το δεύτερο, σίγουρα. Αξίζει όμως;
Κι αν σκέφτεσαι ότι αυτή η τελευταία παράγραφος περί λαθών υποδηλώνει πως δε σκέφτομαι τον άλλον... think again once more.
Τα λάθη που κάνω διδάσκουν εμένα, αλλά και τους άλλους γύρω μου. Αν το θέλουν, φυσικά.
Και ξέρεις κάτι; Αυτό το κοινό πέρασμα ανάμεσα από τα λάθη του ενός και του άλλου είναι που κάνουν τις σχέσεις δυνατότερες.

Σχέσεις ανθρώπων. Οι σχέσεις ΜΑΣ.

Κάτι τελευταίο που έχω μάθει:
Δε μετανοιώνω. Μόνο μαθαίνω.

(August 2010)

μία παράκληση από τον άνθρωπό σου.

Όταν πιστεύεις πως έχεις δίκιο, σε παρακαλώ, άνοιξε το μυαλό σου.
Σε παρακαλώ.
Δες τους άλλους γύρω σου.
Αφαίρεσε για μια στιγμή τη μάσκα του "εχθρού", και άσε να βγουν στην επιφάνεια πρόσωπα αγαπημένα. Πρόσωπα που ίσως είναι η ζωή σου, η λατρεία σου, ο κόσμος σου όλος. Πρόσωπα για τα οποία κάποτε ίσως θυσίασες πολλά, πάρα πολλά. Τον εαυτό σου ακόμα.

Μπορείς να είσαι τόσο καλός, τόσο γενναιόδωρος, τόσο χαζός και αστείος, μελωδικός και καθησυχαστικός, σίγουρος κι αληθινός σα μέρα. Τόσο ανθρώπινος.
Σταμάτα λίγο, και σκέψου.
Take a moment alone.
Το θέλεις στ' αλήθεια αυτό; Αξίζει πια τόσο πολύ;
Αφού όλα φτιάχνουν στο τέλος, και το ξέρεις. Γιατί να περνάμε μία κόλαση κάθε φορά μέχρι να το δεις;
Living fucking hell.

Αναρωτιέμαι αν νιώθεις όπως εγώ.
Αναρωτιέμαι κατά πόσο συγκλίνουν οι σκέψεις μας.
Δεν είναι ανόητο;
Πως μπορεί να σκεφτόμαστε τα ίδια πράγματα για τις ίδιες καταστάσεις, αλλά ταυτόχρονα να περνάμε τόσο φρικτά; (Σ' αυτό το σημείο, θέλω ειλικρινά να πιστεύω ότι πραγματικά περνάς φρικτά.)

Φταίω κι εγώ, αλλά φταις κι εσύ.
Και θέλω τόσο πολύ να πω ότι φταις παραπάνω, πίστεψέ με, αλλά δε θα είναι δίκαιο για σένα (αν και, πιθανώς σωστό;).

Όχι, δε θα διαβάσεις αυτό που γράφω.
Δε θα σου το δείξω.
Γιατί φυσικά δε θα μπορούσα να βρω το θάρρος, αλλά κυρίως γιατί ελπίζω να το σκεφτείς μόνος σου.

Στο βάθος, σ' αγαπάω.

πώς και γιατί.

Πώς γίνεται να αγαπάς ένα "λάθος" άνθρωπο;
Τόσο, που να περάσετε μια ολόκληρη ζωή μαζί;
Ακόμα κι αν στην καταστρέφει;
Πώς γίνεται να αγνοείς αυτά τα μικρά καθημερινά "λάθη", όταν καθένα απ' αυτά επιφέρει μια μικρή καταστροφή;

"Αγάπα το φίλο σου με τα ελαττώματά του."
Συχνά, απόφθεγμα εθελοτυφλίας, εξευτελιστικής υποχώρησης, άρσης ζωτικών αντιδράσεων, όταν αυτά τα "ελαττώματα" υπερβαίνουν τον αρχικό όρο, χωρίς να το συνειδητοποιείς.
Μετά, μπορεί να είναι αργά.

Αγάπα το φίλο σου με τα ελαττώματά του, και προσπάθησε να τα διορθώσεις. Γι' αυτόν, και για σένα.
Ίσως πρώτα για σένα.

Όταν νιώθεις να πνίγεσαι, πρέπει να ΦΩΝΑΞΕΙΣ. Για εκτόνωση, ή για βοήθεια.
Δεν είναι λάθος, κακό ή ανήθικο. Είναι αντίδραση.
Πολύ πιο σωστή από το να κατεβάσεις τα ρολά προβαίνοντας σε "σιωπηλή διαμαρτυρία".
Γιατί, μερικές φορές το πράγμα τραβάει, τραβάει κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο... μέχρι αίμα να βγει.
Διάλεξε ποιανού θα είναι.

Όμως, when it all comes down, τι θα κάνεις;

Θα σταματήσεις, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο (για σένα) άυριο;

Ή θα παραμείνεις, θυσιάζοντας, ίσως πάρα πολλά, στο βωμό μιας αγάπης που (ίσως) έχει σβήσει;

(June 2010)

Εξετάσεις Άλγεβρας 2010

Θέμα 1ο:
Δε Γνωρίζω/Δεν Απαντώ

Θέμα 2ο:
Δε Γνωρίζω/Δεν Απαντώ

Θέμα 3ο:
Δε Γνωρίζω/Δεν Απαντώ

Θέμα 4ο:
Δε Γνωρίζω/Δεν Απαντώ

Θα  ήθελα επίσης να προσθέσω ότι είναι ιδιαιτέρως άδικο το γεγονός ότι τα παιδιά της θεωρητικής κατεύθυνσης είναι υποχρεωμένα να μαθαίνουν μαθήματα όπως η (τόσο εξειδικευμένη) άλγεβρα και φυσική, ενώ τα παιδιά της θετικής/τεχνολογικής κατεύθυνσης μπορούν τουλάχιστον να αποστηθίζουν τη μετάφραση των αρχαίων ή ορισμένα κομμάτια ιστορίας.
Επίσης, βάσει ποίας διεστραμμένης λογικής τα μαθήματα γενικής παιδείας είναι πιο δύσκολα από την κατεύθυνση, δε γνωρίζω, μπορώ όμως να σας πω ότι το σύστημα εκπαίδευσης στην Ελλάδα είναι για τον π****ο, κάτι που εσείς ως καθηγητές ασφαλώς γνωρίζετε.
Και για να κάνω μία συσχέτιση με την άλγεβρα, και συγκεκριμένα τα συστήματα, get this:
Το σύστημα της διδασκαλίας
είναι η διδασκαλία του συστήματος.

Ελπίζω να μάθατε κάτι.
Καλό καλοκαίρι.

(June 2010)


Άμμος ανάμεσα στα δάχτυλά μου, και θαλασσινός αέρας στα αφτιά μου.

Έτσι περίπου αρχίζει κάθε όνειρο. Κάθε ονειροπόληση.
Η ήρεμη φύση της θάλασσας, τα κύματα που σπάζουν αργά πάνω στα βράχια.
Είναι σαν η θάλασσα να είναι τόσο δυνατή, αλλά όταν συναντάει και χτυπάει τα βράχια τη βλέπεις όπως πραγματικά είναι -νερό.
Δεν είναι το αλάτι μέσα του που κάνει το κάνει να διαφέρει.
Είναι το βάθος, ή μάλλον, τι κρύβεται μέσα του.
Αλλά ο λόγος που η θάλασσα είναι τόσο μυστήρια, συχνά θαυμαστή για τον άνθρωπο, δεν είναι επειδή ξέρουμε τι είναι μέσα της.
Αλλά ακριβώς το αντίθετο.
Δεν ξέρουμε τι κρύβει υπάρχει μέσα. Η αλήθει είναι, δε θέλουμε.
Γιατί είναι το μυστήριο που κάνει τη θάλασσα αυτό που είναι.
Η πεποίθηση ότι, υπάρχει κάτι παραπάνω από ψάρια.


Ο άνθρωπος μοιάζει με τη θάλασσα.

Τον έχεις δει, τον έχεις γνωρίσει. Αλλά δεν ξέρεις τι υπάρχει μέσα του.
What lies underneath.
Ξέρεις ότι είναι κάτι παραπάνω από αίμα και οστά.
Όπως με τη θάλασσα, δεν εμβαθύνεις.
Μπορεί να πλατσουρίσεις στα ρηχά, μπορεί να κολυμπήσεις λίγο πιο βαθιά.
Αλλά δεν ξανοίγεσαι στο πέλαγος.
Δεν ξέρεις τι υπάρχει εκεί, και ό,τι δεν ξέρεις, σε φοβίζει.
Καλύτερα η άγνοια και ο φόβος, το δέος, παρά η διαπίστωση, νομίζεις.
Ίσως καλή, ίσως κακή, αλλά φοβάσαι.
Έτσι, μένεις στα ρηχά. Ignorance is Bliss.
Καλύτερα από το να πνιγείς (;).

Κάποιοι, θα παραμείνουν στα ρηχά.
Κάποιοι, θα κολυμπήσουν λίγο πιο βαθιά.
Και κάποιοι, θα αποφασίσουν ότι είναι καλύτερο να πνιγούν, τη στιγμή που άλλοι δεν έχουν καν βραχεί.

Μπορείς να είσαι όποιος θες.
Η επιλογή είναι δική σου.

αν αποφασίσεις να πνιγείς,
καλύτερα να είναι για/σε κάποιον
που το αξίζει.)


Rip out the wings of a butterfly,

hold them tight,

stick them to your shoulders,

and pretend to be flying.

(June 2010)

και αυτό το κάτι είναι...


Ένα ευχαριστώ.

Ευχαριστώ :)

Ευχαριστώ που μου έδωσες έμπνευση να συνεχίσω να γράφω μακαλίες.

Το είχα "χάσει", και με βοήθησες να το "βρω".
(Όχι το μυαλό, βέβαια. Τον οίστρο.)

Να ξέρεις, ένα κομμάτι από ό,τι γράφω θα είναι αφιερωμένο σε σένα.
Γιατί με έκανες να ξε-κολλήσω από τη ρουτίνα και να ξανα-κολλήσω (πιο πολύ, πιο καλά) σε κάτι που είχα ξεχάσει.

Ευχαριστωωωωωωώ (επί 4 σειρές).

Milujem t΄a, Lucinka.

(May 2010)


We become a little bit wiser with every step we take.

And as we travel across the globe,

someday we'll claim to have seen it all.

But it's all just the beginning..

(May 2010)

It's a pitty, really.

I'm sorry.

Sorry about you.

Sorry that I can't show you what UNIQUE means.

Sorry that you'll never know.

Never know that this shit is just plain COMMON.

Never know that glasses can't make you look cool.

Never know that you're part of it.

Part of the MAZE.

The MAZE you're falling into with everyone.

Everyone who's just like you.

Cos you're just like

(May 2010)

a wasted life.

"Σπύρο! Ξύπνα!"
Κι άλλη Δευτέρα. Way to go.

Ο Σπύρος ξυπνάει. Ξυπνάει κι αναρωτιέται.
Αναρωτιέται πώς θα ήταν η ζωή του χωρίς αυτές τις δύο λέξεις, ειπωμένες με αφόρητη ένταση, χαραγμένο το άγριο θαυμαστικό στο τέλος της καθεμιάς.
Βάρβαρες λέξεις.

Πάει στο μπάνιο χωρίς να υπάρχει λόγος, αφού μόνο ο διπλός εσπρέσσο είναι ικανός να του ανοίξει έστω για λίγο τα μάτια.
Κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Φτου γαμώτο, πάλι θα βρέξει; Τι σκατόκαιρος είναι αυτός για μέσα Μάη;

Μπαίνει στην κουζίνα, ξέροντας ότι τον περιμένει μουρμούρα. Πολύ μουρμούρα.
"10 πήγε Σπύρο. Στις 9 δεν είχες εργαστήριο; Πάει άλλη μια χρονιά, θα τη χάσεις κι αυτή! Τι θα γίνει επιτέλους με τη σχολή σου; Δεν είχες όνειρα κάποτε; Δε θέλεις να πετύχεις; Τι στόχους έχεις επιτέλους; Να καταλήξεις να σε ταΐζει το κράτος όσο εσύ ασχολείσαι με αυτή την αναθεματισμένη κιθάρα; Πότε θα εκτιμήσεις αυτά που κάνω για σένα;"

Ο Σπύρος κρατάει το κεφάλι του. "Σκάσε", της ουρλιάζει, σχεδόν, νοητά. "Σκάσε. Σκάσε. ΣΚΑΣΕ."
Το τελευταίο ξεγλιστράει έξω από τα χείλη. Η μητέρα τον κοιτάει για μία στιγμή απορημένη, με μία σκιά θυμού στο βλέμμα. Είναι εκείνη η στιγμή, πριν την καταιγίδα. Η ανάσα πριν τη μεγάλη έκρηξη, η οποία κατα κανόνα είναι πάντα καταστροφική.
Αρχίζει να φωνάζει πάλι, ξέροντας, κατά βάθος, ότι δεν οδηγεί πουθενά. Και έτσι είναι -ο Σπύρος δεν ακούει πια. Έχει έρθει η ώρα να κατεβάσει τα ρολά και να αφήσει την επίθεση έξω από την πόρτα, να χτυπάει φρενιασμένη. Σκόρπιες λέξεις τρυπούν το σιδερένιο περίβλημα της πανοπλίας: "θράσος", "αχαριστία", "λάθος", "άχρηστος", "αναιδής", και ξανά "άχρηστος" κανά δυο φορές ακόμα. Δεν τις ακούει, απλά τις έχει συνηθίσει.

Σηκώνεται. Την αφήνει μόνη της καταμεσής στην κουζίνα να φωνάζει σα μανιακή και φεύγει. Κάποια στιγμή θα σταματήσει. Θα κοιτάξει το ταβάνι απηυδισμένη, θα αρχίσει να καταριέται τη μοίρα της που την έκανε μάνα και τα συναφή.
Πηγαίνει στο δωμάτιό του, κλειδώνει την πόρτα και κάθεται στο πάτωμα. Πιάνει τη Fender. Παρηγοριά σε "χαλεπούς καιρούς" -μ' άλλα λόγια, κάθε μέρα τώρα τελευταία. Είναι περήφανος για τη Fender του. Αγορασμένη με δικά του λεφτά, προσεκτικά αποταμιευμένα από δουλειές του καλοκαιριού. Τη νιώθει σαν παιδί του, σαν κολλητό, σαν κοπέλα. Είναι η επαφή του με τον κόσμο, το μέσο του για να φτάσει τα όνειρά του, υλοποιημένα μέσα από νότες και στίχους. Παραδίπλα, ο ενισχυτής. Μικρός, αλλά Marshall, αγορασμένος κι αυτός με τα λεφτά του, τα δικά του λεφτά. Του ανήκουν και τα δύο δικαιωματικά. Δύο άψυχα αντικείμενα, ο κόσμος του όλος.
Χαϊδεύει αργά τις χορδές. Έξω αρχίζει να βρέχει.

Ξαφνικά, σα ν' αλλάζει γνώμη. Σηκώνεται. Αρπάζει Fender και Marshall, ξεκλειδώνει την πόρτα και βγαίνει από το δωμάτιο. Τα συνεχή μουρμουρητά από την κουζίνα διακόπτονται από ένα "Σπύρο, πού πας;", ακολουθούμενο από τον κρότο της εξώπορτας ως απάντηση.
Ανεβαίνει δυο-δυο τα σκαλοπάτια μέχρι της ταράτσα της πολυκατοικίας. Φτάνει στο κεφαλόσκαλο και ψάχνει για την πρίζα. Συνδέει τον ενισχυτή, παίρνει τη Fender και ανοίγει την πόρτα.

Βγαίνει έξω. Αισθάνεται τις σταγόνες στο σώμα του, να μουσκέυουν κάθε τρίχα από τα μακριά, καστανά μαλλιά του. Νιώθει τα ρούχα του να βαραίνουν, τα μάτια του να κλείνουν, κάτω από το νερό που κυλάει στο πρόσωπό του.
Περνάει το λουρί πάνω από το κεφάλι του, ευγνώμων για το πρόσθετο βάρος πάνω στο ήδη βαρύ κορμί του.

Αφήνει τα δάχτυλά του να γλιστρήσουν πάνω στις χορδές. Οι πρώτες νότες ακούγονται πάνω από το φρικτό θόρυβο της πόλης, επισκιάζοντάς τον στα αφτιά του.

Με αργές κινήσεις αφήνει την κιθάρα στο έδαφος. Παίρνει το βύσμα του ενισχυτή. Το πλησιάζει στην εσοχή της κιθάρας.

Μία σύντομη αναλαμπή φώτισε τον ουρανό της πόλης εκείνο το βράδυ.
Οι κάτοικοι δεν παραξενεύτηκαν.
"Ένας κεραυνός", είπαν όλοι.
Οι φίλοι του.
Η μητέρα του.

Ένας κεραυνός.

(May 2010)

κάποια μέρα.

Κάποια μέρα, θα ξυπνήσουμε.
Κάποια μέρα, θα πατήσουμε γερά στα πόδια μας, και θα σηκωθούμε.
Κάποια μέρα, θα κάνουμε ένα πρώτο βήμα.

Και μετά από αυτό το βήμα, θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά.
Και τότε, θα μπορέσουμε να πετάξουμε.
Και θα φύγουμε μακριά. Μακριά απ' όλα.

Και μόλις φύγουμε, θα αρχίσουμε να ζούμε.

Θα κοιμόμαστε μόνο για να ονειρευόμαστε, το αύριο.
Και όταν ξυπνάμε, θα κάνουμε από ένα βήμα για να το φτάσουμε.

Δε θα ξεχάσουμε ότι κάποτε ήμασταν σε λήθαργο.
Αλλά θα προσπαθήσουμε να ξυπνήσουμε όλους τους άλλους.

(May 2010)


Μια φορά ήταν ένα παιδί που φοβόταν τις αράχνες περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο.

Ένα βράδυ, πηγαίνοντας για ύπνο, βρήκε στο πάτωμα του δωματίου του μια αράχνη.
Έντρομο, φώναξε τον πατέρα του να τη σκοτώσει.
Εκείνος ήρθε, τη τύλιξε σε ένα χαρτομάντιλο και το πέταξε στα σκουπίδια.
Το παιδί πήγε για ύπνο.

Μετά από λίγο ξύπνησε, βλέποντας κάτι δίπλα στο μαξιλάρι του.
Ήταν η αράχνη, ζωντανή.
Όσο το παιδί κοιμόταν, αυτή είχε προσπαθήσει να βγει έξω από το χαρτομάντιλο και να σκαρφαλώσει μέχρι το μαξιλάρι του παιδιού.

Το παιδί, έντρομο και πάλι, φώναξε τον πατέρα του για μια ακόμη φορά για να τη σκοτώσει.
Η σκηνή επαναλήφθηκε και το παιδί πήγε ξανά για ύπνο.

Μετά από λίγο όμως, ξύπνησε και πάλι.
Έκπληκτος, βλέπει την αράχνη ξανά δίπλα στο μαξιλάρι του!

Αυτή τη φορά όμως (ίσως επειδή ήταν απηυδισμένος από την επιμονή της αράχνης και την έλλειψη ύπνου, ίσως επειδή δεν ήθελε να ξυπνήσει τον πατέρα του για τρίτη φορά) σηκώθηκε, πήρε ένα χαρτομάντιλο, τύλιξε την αράχνη και την πέταξε στα σκουπίδια. Μόνος του.

Μετά πήγε για ύπνο.
Δεν ξύπνησε καθόλου όλη τη νύχτα.

Η αράχνη δεν ξαναήρθε.

(October 2009)

αθώος ένοχος.

Βαδίζει στο δρόμο.

Τα μαλλιά του μαύρα, στιλπνά, παγιδευμένα κάτω από το καινούργιο του κράνος.
Η στολή του φρεσκοπλυμένη, με έντονο το άρωμα του μαλακτικού και της φροντίδας κάποιας μητέρας.
Τα παπούτσια του μαύρα, γυαλιστερά, χωρίς ίχνος σκόνης ή χώματος.

Μπαίνει μέσα.
Διαλέγει την πλαστική του ασπίδα -άφθαρτη, χωρίς ούτε μια γρατζουνιά στην πλαστική επιφάνεια. Ανέγγιχτη.
Διαλέγει το ρόπαλό του -άφθαρτο κι αυτό.

Βγαίνει έξω. Ακολουθεί τους υπόλοιπους.
Φτάνουν σε μια πλατεία.
Τι γίνεται; Γιατί φωνάζουν όλοι; Γιατί τόση φασαρία; Ποια η αφορμή;

Δεν ξέρει.

Ξαφνικά, όλα αλλάζουν.
Το πλήθος στρέφεται προς το μέρος τους.
Γιατί τρέχουν; Γιατί κρατάνε πέτρες;

Δεν ξέρει.

Ορμάει μαζί με τους άλλους.

Γιατί ορμάνε;

Δεν ξέρει. Δεν τον νοιάζει.

Φασαρία παντού -φωνές, κραυγές, ουρλιαχτά. Δεν μπορεί να ακούσει τίποτα άλλο.
Κάτι κόκκινο -τον τυφλώνει.
Μυρωδιά οικεία. Υφή γνώριμη.


Όχι, δεν κάνουμε κάτι κακό.
Δεν πληγώνουμε κανέναν.
Παλεύουμε για να σώσουμε τη χώρα μας!

Γιατί είναι ξαπλωμένος; Γιατί δε μιλάει;
Μα δε φταίω εγώ.
Οι άλλοι μου είπανε.
Δεν ήξερα (δε με ένοιαζε).
Ο νεαρός συνεχίζει να κείτεται στο χώμα.


Δεν μπορεί. Δεν πρέπει. Δε φταίω εγώ!

20 χρονών.
Δύο νεαροί.
Ο ένας στο χώμα, μια πέτρα ακόμα σφιχτά κλεισμένη στο άψυχο χέρι του.
Ο άλλος όρθιος, αρματωμένος με ασπίδα και ρόπαλο.
Κοιτάζει την ασπίδα του. Κοιτάζει το ρόπαλό του.
Και εκεί, μέσα στον κόσμο, πέφτει στα γόνατα.


(September 2009)

We Are 138

We Are 138.
Είμαστε 138.

Πολλές εξηγήσεις και ερμηνείες έχουνε δοθεί ανά τους καιρούς για αυτό το τραγούδι των Misfits.
Προτιμώ όμως τη δική μου.
(Πραγματικά, κανένας δεν μπορεί να σου εξηγήσει/ερμηνεύσει/αναλύσει τίποτα καλύτερα και πιο ικανοποιητικά από εσένα τον ίδιο.)

We Are 138.
Είμαστε 138.

Συνεχίζουμε να πολεμάμε "ενάντια".
Κι ας είμαστε μόνο τόσοι.
Συνεχίζουμε να αρνούμαστε.
Συνεχίζουμε να διαμαρτυρόμαστε και να κρίνουμε.

Όχι, δεν εννοώ τη στείρα άρνηση ενάντια στο κατεστημένο, ενάντια στην πολιτική, ενάντια στους υπουργούς, ενάντια στην αστυνομία.
Όχι, δεν εννοώ τη διαρκή διάθεση για άσκοπες καταλήψεις, αποχές, πορείες και συλλαλητήρια για οποιονδήποτε λόγο.

Εννοώ την ικανότητα να συνειδητοποιούμε και να κρίνουμε τι πραγματικά μας ενοχλεί, ποιοι πραγματικά προσπαθούν να μας στερήσουν την ελευθερία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Εννοώ να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, αφήνοντας τα πράγματα να "ηρεμήσουν", αλλά ούτε προσποιούμενοι τους "επαναστάτες", θετικοί απέναντι σε οτιδήποτε νομίζουμε ως "επαναστατικό" σύμφωνα με τα media ή τον περίγυρο.

Παίρνουμε θέση.
Διεκδικούμε δικαιώματα.

Δεν είναι εύκολο - γι' αυτό και είμαστε λίγοι.
Αλλά υπάρχουμε.
Δοκίμασαν να μας καταστρέψουν, να μας αφανίσουν, να μας καθηλώσουν, να μας υποτάξουν.
"Τώρα σε θέλουνε σκυφτό, τώρα σε θέλουν νικημένο"
Σ' όλους αυτούς που προσπάθησαν να μας σταματήσουν, μπορώ με χαρά να απαντήσω "ΧΑ!".
Ο αγώνας ήταν σκληρός, κι όμως. Αναπνέπουμε ακόμα.

Ποιοι προσπάθησαν να μας σταματήσουν;
Δυστυχώς, περισσότεροι από τους προβλέψιμους (κυβέρνηση, πολιτικοί, υπουργοί και λοιποί αξιωματούχοι).
Πολλοί περισσότεροι.

Μιλάω για τους μοδάτους teenagers, για τα "cool" παιδιά.

Για τα κορίτσια που φοράνε σκισμένα τζην με μπαλαρίνες.
Για τα αγόρια που καβαλάνε τα skateboards για να κάνουν δυο στροφές.
(Μυτιληνιοί, σας παραπέμπω στο μόνιμο κοινό της Σαπφούς.)

Πολλοί από μας ενέδωσαν -είναι πραγματικά ένας πειρασμός.
Μα κάποιοι συνεχίσαμε. Και συνεχίζουμε ακόμα.
[30/12/12 Update: Και συνεχίζουμε ακόμα.]

Είμαστε ο σκόρος στην ντουλάπα με τα κοστούμια [ένα ξεχασμένο, πολύχρωμο t-shirt].
Είμαστε οι κοπανατζήδες στο σχολείο της απάτης.
Είμαστε οι μπυρόβιοι στο κυριλέ εστιατόριο.
Είμαστε τα κωλόπαιδα στην τέλεια αποπνικτική κοινωνία σου.
Είμαστε η κατσαρή τούφα στην ισιωμένη φράντζα σου.
We are the pain in your ass.

We Are 138.

(August 2009)


Μυρωδιά αντηλιακού.
Ζεστός αέρας.
Ήχος θάλασσας.
Σύκα, βερίκοκα, σταφύλια.
Ύπνος στις 3 το βράδυ.
Επαναλήψεις των άπαντων του Ρώμα.
Γυαλιά ηλίου.
Πίτσες μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή.

Και, φυσικά, φροντιστήρια.
(Η εκπαίδευση δε λείπει ούτε το καλοκαίρι.)

(August 2009)

decisions, decisions...

Νιώθει τόσο μπουχτισμένη. Μπουχτισμένη και άρρωστη. Τα έχει βαρεθεί όλα.

Βγαίνει στο μπαλκόνι. Μένει ακινητη. Ο αέρας φυσάει τα μαλλιά στο πρόσωπό της -παραμένει ακίνητη.

Το φεγγάρι είναι στον ουρανό. Μόνο τα φώτα του δρόμου σπάνε τόπους τόπους το σκοτάδι.

Κάθεται κάτω. Θα μπορούσε να περιμένει εκεί για πάντα.
Αρχίζει να κρυώνει, αλλά δεν το νιώθει. Το μυαλό της είναι αλλού.

Και πετάει, πετάει μακριά...

Όλοι έχουνε φύγει.
Τίποτα δεν την κρατάει πίσω πια.

Πρόσωπα από το παρελθόν την περιτριγυρίζουν. Σκέφτεται πώς έχουνε αλλάξει τα πράγματα.
Ήταν αποφασισμένη να μην το κάνει, τώρα δεν μπορεί πλέον να το ελέγξει.

Μπορεί να συνεχίσει να το κάνει;
Είναι αληθινό;
Θα μπορέσει ποτέ να είναι;

Απαντήσεις πουθενά, παρά μόνο βαθιά μέσα της.
Δεν τολμάει να τις ψάξει.
Παραμένει στην άγνοιά της.

Ο άνεμος δεν είναι αρκετά δυνατός για να πάρει τις σκέψεις της μακριά.

Πρέπει να αποφασίσει.
Δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ.

Μπορεί να αποφασίσει;

(August 2009)

no gods, no masters

Είμαι ελεύθερος άνθρωπος.
Αυτό σημαίνει πως η ζωή μου εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τις δικές μου αποφάσεις, άσχετα αν θα μετανοιώσω για αυτές ή όχι.
Όντας ελεύθερη, δε θα μπορούσα ποτέ να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι κάποιος (οποιοσδήποτε) μπορεί να ελέγχει και να καθορίζει τη ζωή μου, χωρίς εγώ να μπορώ να κάνω τίποτα για αυτό.
Θέλω, τόσο η ζωή μου, όσο και ο τρόπος που θα τη ζήσω, να είναι αποτέλεσμα των δικών μου πράξεων, σκέψεων και αποφάσεων. Θέλω να έχω εγώ και μόνο εγώ την ευθύνη για ό,τι μου συμβεί ποτέ.

Πιστεύω πως τα πάντα στη ζωή εξαρτώνται από τους ίδιους τους ανθρώπους. Δεν πιστεύω (και ούτε θα μπορούσα, υποθέτω, ποτέ) να πιστέψω στη "μοίρα", ή ότι τα πράγματα συμβαίνουν για κάποιο λόγο.
Δεν πιστεύω σε καμία εξωτερική/ανώτερη δύναμη (πολλοί μπερδεύουν τον αθεϊσμό με το Σατανισμό).

Άθεη, γιατί:
Δε θέλω να δοξάζω κανέναν.
Δε θέλω να υπακούσω σε κάποιον "ανώτερο".
Δε θέλω να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι άλλοι χειρίζονται τη ζωή μου.
Θέλω να συνεχίσω να είμαι ελεύθερη.

Μη χριστιανή, γιατί:
Δε θα μπορούσα ποτέ να συμβιβαστώ με τη δοξασία κάποιου που, με δικαιολογία τη "θεϊκή" του υπόσταση, με καταδικάζει από τη στιγμή της γέννησής μου.
Δεν κλέβω, δε ψεύδομαι, δε μοιχεύω, δε σκοτώνω, δεν κάνω σε άλλους αυτά που δε θέλω να μου κάνουν (μέσα στα πλαίσια, πάντα, της λογικής), σέβομαι και τιμώ (όχι τους γονείς μου, αλλά όσους θεωρώ πως το αξίζουν), επειδή αυτό μου υπαγορεύει η ηθική μου, όχι επειδή φοβάμαι να κάνω το αντίθετο.
Δεν πιστεύω στην αμαρτία, ούτε πως οι "λάθος" πράξεις μου θα τιμωρηθούν σε μια "κόλαση", αλλά κάποια στιγμή στη ζωή μου, και αυτή η "τιμωρία" είναι (κατά πάσα πιθανότητα) επιλογή μου.
Δεν πιστεύω στη μεταθανάτια ζωή. Όποιος πεθαίνει, δεν "ταξιδεύει", δε "συγχωρείται", δεν "πετάει". Ίσως λυτρώνεται, σε ορισμένες περιπτώσεις. Παρ' όλα αυτά, πεθαίνει. Και δεν ξαναζεί, δε γίνεται άγγελος, δεν πηγαίνει στον κήπο του θεού, και δε μας βλέπει απο κει ψηλά.

Κάτι τελευταίο.
Δεν επέλεξα να είμαι "άθεη" για οποιονδήποτε άλλο λόγο, πέρα από καθαρή άποψη και αντίληψη. Και δίνω βάση στη λέξη "επιλογή".
Δεν μπορώ-- ή, μάλλον, άκυρο. Μπορώ να καταλάβω γιατί μια τέτοια επιλογή έφτασε σημάδι επαναστατικότητας, άρα και μία ανερχόμενη τάση της επαναστατικής μόδας (γιατί αυτό έχει καταντήσει να θεωρείται η επανάσταση), αλλά αδιαφορώ. Συγκεκριμένα, ντρέπομαι γι' αυτό. Και το φτύνω.

(August 2009)

what Wayne stirred up - or else, life.

And everything could just STOP.
And everyone could just LEAVE.

Leave you.
Leave you alone.

And then what's to do?
Kill yourself?
Just like that?

Nice views on your life mate.
Not quite practical though.

Be independent.
They all could just go.
Be on your own.

(July 2009)

(αυτο που ονομάζουμε) Ελληνική Παιδεία

Μόλις πριν από λίγο τελείωσα το (ομολογουμένως ανεπαρκές) διάβασμα για τη Χημεία που γράφουμε αύριο. Δεν είχα ανοίξει βιβλίο μέχρι τώρα (και που άνοιξα, τι κατάλαβα;..).

Αν και έχω ξεκαθαρίσει ότι πάω θεωρητική, πρέπει να διαβάζω όλα τα θετικά μαθήματα, στα οποία, για το α'/β' λόγο, τα πάω σκατά.

Όχι, δεν τελείωσε.
Επίσης, πρέπει να διαβάζω μαθήματα όπως Οικονομία, Τεχνολογία, Θρησκευτικά, και όλα τα υπόλοιπα μαθήματα που προσπαθούν να χωρέσουν στον ήδη περιορισμένο χρόνο μας, τα οποία ακόμα προσπαθώ να καταλάβω στο τι χρησιμεύουν.

Και ενώ όλοι ξέρουμε ότι είναι ουσιαστικά παντελώς άχρηστα, σε υποχρεώνουν να γράψεις καλά.
Αλλιώς ο μέσος όρος θα είναι χαμηλός, με αποτέλεσμα ο έλεγχος να μην έχει αυτό το τέλειο, στρογγυλό, πολυπόθητο εικοσάρι.
Και οι γονεις σου είναι γιατροί/καθηγητές/δικηγόροι!
Τι θα πει ο κόσμος!

Τι χρησιμότητα μπορεί να έχουν τα Θρησκευτικά σε μια άθεη;
(Δεν ξέρω, ακόμα το ερευνάνε.)




Είμαι ένας ακροβάτης. Ένας ισορροπιστής.

Έτσι μ' έμαθε η ζωή.
Αναγκάστηκα; Μπορεί.

Εχω μάθει να ισορροπώ ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Στο σωστό και στο λάθος. Στο "πρέπει" και στο "θέλω".
Απο μικρός. Έτσι με μάθανε.

Μα δε σ' αφήνουν να διαλέξεις.
Η μόνη σου επιλογή είναι να συνεχίσεις να ισορροπείς ανάμεσα σε αντίθετες έννοιες.
Ή το ένα ή το άλλο.
Δεν υπάρχει μέση οδός, δεν υπάρχει χρυσή τομή.
Άσπρο ή μαύρο.
Διαλέγεις το άσπρο - είσαι εντάξει.
Διαλέγεις το μαύρο - σε περιμένει η κρεμάλα.

Με έχουν κάνει ακροβάτη. Δεν είναι επιλογή μου.
Δεν κάνω πίσω, δε ρωτάω γιατί.
Απλά συνεχίζω ν' ακροβατώ, ν' ακροβατώ, πάνω σε σάπιο νήμα.
Έτσι έχω μάθει.
Μην ενοχλείστε κύριοι:
είν' ευχαρίστησή μου,
κάθε βραδιά εδώ,
μπροστά σας να πεθαίνω. 

Πήρα τον εύκολο δρόμο. Διάλεξα το άσπρο.
Έτσι έπρεπε.
Σε ένα μέρος όπου κανένας δεν αντιδράει, γιατί να γίνω ο πρώτος;

Έτσι λοιπόν. Θα συνεχίσω στον εύκολο δρόμο.

Ώσπoυ μια μέρα το νήμα θα σπάσει.
Και εγώ θα πέφτω, θα πέφτω, και όσο πεφτω, θ' αναρωτιέμαι.
Θ' αναρωτιέμαι γιατί.

Γιατί δεν έζησα όπως ήθελα.
Γιατί ζούσα για τους άλλους.
Γιατί συνέχισα να ακροβατώ μέχρι το τελευταίο μου, μοιραίο βήμα.

Είμαι ένας ακροβάτης. Ένας ισορροπιστης.
Έτσι μ' έμαθε η "ζωή".

(June 2009)


fallen children

Είσαι μεγάλος. Δυνατός.
Είμαστε μικροί. Είμαστε λίγοι. Είμαστε φτωχοί.
Δεν πειράζει.

Ήσυχοι- εύκολα μπαίνουμε στα χωράφια σου, καταστρέφουμε τη σοδειά σου.
Γρήγοροι- δύσκολα μας αντιλαμβάνεσαι.
Απροβλεπτοι- ποτέ δεν ξέρεις από πού θα έρθουμε. Τι θα κάνουμε.

Γιατί όλοι οι μεγάλοι φοβούνται ένα μικρό.
Γιατί όλοι οι μικροί κάποτε μεγαλώνουν.
Και τότε η αναμέτρηση είναι ίση και δίκαιη.

Νιώθεις την απειλή;

Θα προσπαθήσεις να μας καταστρέψεις- το ξέρω. Γρήγορα, προτού μεγαλώσουμε.
Ήδη ο στρατός μας έχει μειωθεί- μειώνεται καθημερινά.
Και εσύ πληθαίνεις, πληθαίνεις.

Με ένα θηρίο πολεμάμε. Ένα τέρας.
Ο ελέφαντας, όμως, φοβάται τα ποντίκια.

Μετά μεγαλώνουμε, πληθαίνουμε. Θεριεύουμε.
Σηκωνόμαστε όλορθοι στα πόδια μας.

Τρέξε. Θα σε φτάσουμε.

Μας αδίκησες. Μας χτύπησες. Μας πέταξες.
Μας εκμεταλεύτηκες.
Υπομείναμε. Υπακούσαμε.
Σ κ ύ ψ α μ ε  το  κ ε φ ά λ ι.
Και μετά, η οργή μας δυνάμωσε.

Κρύψου. Θα σε βρούμε.

Και τότε, καταιγίδα θα πέσουμε πάνω σου.
Ακρίδες πάνω στα σπαρτά σου.
Γιατί είμαστε η νέα πληγή. Εσύ δε μας δημιούργησες;

Έσφαλες. Θα πληρώσεις.

Η επόμενη επανάσταση θα είναι αυτή των χαμένων παιδιών.

(June 2009)


Afraid when the sun goes down
All evil things happen in the dark
Afraid when the sun comes up
I don't wanna go outside
I don't wanna face life

I've been like this for as long as I lived
Just a miserable kid, afraid of everything
Till the break of dawn
I would hide in my bed, too afraid to get up

Never had any relationships
Terrified with the idea of people around me
No responsibilities
Afraid of letting everyone down

I've hated myself for as long as I lived
For this weakness of mine has cost me all I'd do
Built my life around bullshit like:
"God, please help me, I don't know what to do"
I cannot stand living like this
I will soon end my life
Or I'm just gonna try something else, something a bit more wise

And all of this shit will now be over
No more hide and seek for me
I'm gonna go outside myself
No one will face my life for me
And when the sun goes down again
I'll sing out loud, so happily
For I'm as brave as heroes now
And that's what I'll always be


A shadow out of my window.
God, I'm afraid...

(May 2009)

Galaxy Of Rock - an old attempt at lyric writing.

You feel so pissed off
No one understands you
You think that everything
Is so fucking wrong
You go and get, into your bed
Mom and dad keep calling your name
Make you think, make you believe
They’re so fucking old
And while you’re tucked into your bed
You think everything’s like what you said
I think it’s time for you, to get out in the world
So get off your bed
Get out in the real world
Play three chords and your guitar
It will take you really far
Far out of your bed
Far out of your room
Out of this world, a world of doom
Your mother’s at your door “knock-knock”
But you’re in the galaxy of rock
Next day, back in your bed
You forgot how to play the guitar
You forgot those three chords
You forgot how you got far
You hide in your pillow
You let your tears fall
You feel so sad, you feel so bad
You think it’s all your fault
And while you’re crying into your pillow
You think everything’s like what you said
I think it’s time for you to get out of the world
So get off your bed
Get away from the “real” world
Remember those chords and your guitar
It will take you really far
Far out of your bed
Far out of your room
Out of this world, a world of doom
Everybody will be shocked
But you’re in your galaxy of rock
Now you know what to do
Every time you think you’re through
Your best friend is your guitar
Just three chords, and you’re far
So get off your bed
Get out of the real world
Play three chords and your guitar
It will take you really far
Far out of your bed
Far out of your room
Out of this world, a world of doom
Everybody will be shocked
So what?
You’re in your galaxy of rock

(May 2009)

Greeting to my readers (if any)

This blog (lucider138.blogspot.com) is the reincarnation of my previous blog (lucider-138.blogspot.com).
Due to my shite memory, I have forgotten everything from my password to my e-mail, and therefore cannot log into the latter, so I made this one to continue blogging.
Here I will upload all of my posts from the old blog, and some news ones as well, so you can pretty much see everything here.
Like, comment or whatever on this blog, rather than the old one.

Like you care.